Ας ξεκινήσουμε επισημαίνοντας τρεις δεδομένες καταστάσεις της τρέχουσας συγκυρίας. Πρώτον, σχεδόν πέντε μήνες μετά το ιδρυτικό της συνέδριο η Νέα Αριστερά δεν έχει κατορθώσει να «ορθοποδήσει» δημοσκοπικά... Κυμαίνεται σταθερά περίπου μεταξύ του 1% και του 3% –μάλλον συνήθως πιο κοντά στο κάτω όριο παρά στο πάνω. Δεύτερον, όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν αφενός την τεράστια δυσαρέσκεια του κόσμου για την κυβέρνηση της Ν.Δ., αφετέρου την υπεροχή της με σχεδόν σταθερά διψήφιο νούμερο διαφοράς από το δεύτερο κόμμα. Και τρίτον, ως απόρροια του δεύτερου, τόσο σε δημοσκοπήσεις όσο και από αρκετούς σχολιαστές προκύπτει επιτακτικά, ως «απαίτηση» θα μπορούσαμε να πούμε, η ανάγκη συνεργασίας των αριστερά από τη Ν.Δ. δυνάμεων ως μόνη λύση για να φύγει η κυβέρνηση της Δεξιάς.
Τα δύο κόμματα που αυτή τη στιγμή διεκδικούν τη δεύτερη θέση, το ΠΑΣΟΚ και η Πλεύση Ελευθερίας, «καλώς εχόντων των πραγμάτων» θα ήταν εκείνα που θα αναλάμβαναν την πρωτοβουλία για μια τέτοια συνεργασία. Φαίνεται όμως πως τόσο το μεν όσο και η δε πιστεύουν ότι μπορούν από μόνα τους να απειλήσουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη –ή πάντως πως δεν έχουν καμία διάθεση σύμπλευσης με κανένα άλλο κόμμα της αντιπολίτευσης. Τούτο φάνηκε περίτρανα και στον επιθετικά και αλαζονικά απαξιωτικό τρόπο με τον οποίο αναφέρθηκε πρόσφατα η Ζωή Κωνσταντοπούλου στον Αλέξη Τσίπρα.
Με βάση αυτά τα δεδομένα -αλλά όχι μόνο- οι επίμονες προτάσεις για συνεργασία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Σωκράτη Φάμελλου, φαίνεται πως στοχεύουν σχεδόν αποκλειστικά στη Νέα Αριστερά. Οπως έχω εξηγήσει σε προηγούμενα άρθρα μου, αν η συνεργασία τελικά περιοριστεί σε αυτά τα δύο κόμματα, τούτο θα ισοδυναμεί απλώς με το πρώτο στάδιο της «επιστροφής του ασώτου» (Νέα Αριστερά) στην «πατρική εστία» (ΣΥΡΙΖΑ) –πράγμα καθ’ όλα απευκταίο όπως επίσης έχω εξηγήσει αναλυτικά. Κι όσον αφορά τη συμβολή της συγκεκριμένης συνεργασίας στην ανατροπή της κυβέρνησης της ΝΔ… μια τρύπα στο νερό –σύμφωνα τουλάχιστον με τα ποσοστά των πρόσφατων δημοσκοπήσεων τα δύο κόμματα αθροιστικά δεν πλησιάζουν καν το 10%.
Η ηγεσία της Νέας Αριστεράς από τη μια μιλάει για την ανάγκη συγκρότησης (αντιδεξιού) «λαϊκού μετώπου», από την άλλη αποσαφηνίζει διαρκώς ότι δεν απευθύνεται αποκλειστικά στον ΣΥΡΙΖΑ. Εκ των πραγμάτων όμως, δεδομένων όσων επισημάνθηκαν αρχικά, το ερώτημα επανένωσης ή έστω συνεργασίας των δύο κομμάτων παραμένει, και τίθεται φορτικά θα έλεγα, σε κάθε ευκαιρία από τους δημοσιογράφους. Πάρα πολύ ορθά, κατά τη γνώμη μου, τα στελέχη της Νέας Αριστεράς, χωρίς να αποκλείουν εξ ολοκλήρου τη συνεργασία -δίνοντας αφορμή να κατηγορηθούν για «απόλυτη στάση»-, θέτουν προϋποθέσεις. Επίσης πολύ σωστά η κεντρική προϋπόθεση για συνεργασία που τίθεται είναι η αυτοκριτική του ΣΥΡΙΖΑ –αυτοκριτική για ολόκληρη την αρνητική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ που οδήγησε στο φαινόμενο Κασσελάκη και στη διάλυση της Αριστεράς. Επισημαίνεται μάλιστα ότι η ίδια η Νέα Αριστερά ως προς αυτό το θέμα στο ιδρυτικό της συνέδριο έχει ήδη κάνει την αυτοκριτική της.
Ας πούμε λοιπόν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει και εκείνος την αυτοκριτική του στο δικό του συνέδριο διατυπώνοντας και ψηφίζοντας τις ανάλογες θέσεις. Θα ικανοποιηθεί τότε η βασική προϋπόθεση που θέτει η Νέα Αριστερά για συνεργασία και πιθανή επανένωση; Εδώ θα πρέπει να πούμε λίγα λόγια για το τι σημαίνει «αυτοκριτική», στην προκειμένη περίπτωση τουλάχιστον. Τίθεται πρώτα απ’ όλα το ζήτημα της γνησιότητας της αυτοκριτικής. Από τη σκοπιά της αριστερής θεωρίας και ιδεολογίας το κριτήριο για τη γνησιότητα, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, είναι το κριτήριο της πρακτικής.
Από αυτή τη σκοπιά η σημαντικότερη αυτοκριτική της Νέας Αριστεράς ΔΕΝ έγινε στο ιδρυτικό της συνέδριο. Εκεί απλώς συζητήθηκαν και διατυπώθηκαν, όπως ήταν ορθό και αναμενόμενο, κάποιες ήδη κατασταλαγμένες θέσεις όσον αφορά την παρελθούσα πρακτική των μελών και στελεχών του κόμματος. Η έμπρακτη και σπουδαιότερη αυτοκριτική είχε συμβεί έναν χρόνο νωρίτερα, όταν τα εν λόγω μέλη και στελέχη αποφάσισαν να αποχωρήσουν από τον ΣΥΡΙΖΑ του Κασσελάκη και να επανεκκινήσουν από το μηδέν την υπόθεση της Αριστεράς. Και ήταν αληθινή αυτοκριτική διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο αποδέχτηκαν στην πράξη το πόσο αυτοκαταστροφική ήταν η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ ιδίως από το 2019 και έπειτα, με κορυφαία στιγμή το 3ο συνέδριο του 2022 που αποφάσισε τη «δημοκρατία του δίευρου». Ο μετα-κασσελάκειος ΣΥΡΙΖΑ αποτελείται από μέλη και στελέχη που, αναγνωρίζοντας και στηρίζοντας επί ένα έτος τον Κασσελάκη, τούτη τη -μόνη γνήσια- αυτοκριτική αρνήθηκαν να την κάνουν.
Κύρκος Δοξιάδης (Ομότιμος καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών)
efsyn.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου